Τετάρτη, 4 Απριλίου 2007

Μ. Τετάρτη

Μ. Τετάρτη

Αλληλούϊα
Εκκλησιαστική Βυζαντινή Χορωδία «ΚΑΛΟΦΩΝΑΡΗΔΕΣ»
Διεύθυνση: Γ. Ρεμούνδος

Ότε οι ένδοξοι μαθηταί...
Διεύθυνση: Κ. Μπιλάλης-Αθ. Παπαθανασίου

Μυσταγωγών σου Κύριε...
Διεύθυνση: Ν. Καπετάνος

1 σχόλιο:

diplomate είπε...

Ανδρέας Θεοδώρου

Ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος
Ὕμνοι στὸ πρωτότυπο καὶ σὲ μετάφραση Ἀνδρέα Θεοδώρου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος»,
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας


Μεγάλη Τετάρτη

«Πόρνη προσῆλθέ σοι μύρα σὺν δάκρυσι κατακενούσά σου ποσί, φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν λυτροῦται τῇ κελεύσει σου• πνέων δὲ τὴν χάριν σου μαθητὴς ὁ ἀχάριστος ταύτην ἀποβάλλεται καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σέ. Δόξα, Χριστέ, τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου».

Μιὰ πόρνη γυναίκα σὲ πλησίασε, φιλάνθρωπε Κύριε, καὶ ἄδειασε στὰ πόδια σου ἀρώματα ἀνακατεμένα μὲ δάκρυα. Καὶ τὴ στιγμὴ ἐκείνη λυτρώθηκε μὲ τὸ πρόσταγμά σου ἀπὸ τὴ δυσωδία τῶν ἁμαρτημάτων της. Ἀντίθετα ὁ Ἰούδας, ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἂν καὶ ἀνέπνεε τὴν εὐωδία της χάριτός σου, ἀπέβαλε αὐτὴ καὶ ἀναμίχτηκε μὲ τὴν ἀναθυμίαση τοῦ βορβόρου τῆς ἁμαρτίας, πουλώντας σε ἀπὸ φιλαργυρία. Δόξα, Χριστέ, στὴν εὐσπλαχνία σου!

***

«Ὑπὲρ τὴν πόρνην, ἀγαθέ, ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα• ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοί, πόθῳ ἀσπαζόμενος τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης, παράσχῃς τῶν ὀφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ• Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ρῦσαί με».

Ἀγαθὲ Κύριε, ἂν καὶ ἁμάρτησα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχὴ δακρύων μετανοίας• ἀλλὰ πέφτω στὰ πόδια σου, σιωπηλὰ δεόμενος καὶ ἀσπαζόμενος τὰ ὁλοκάθαρα πόδια σου, νὰ μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτῆρα μου: Λύτρωσέ με ἀπὸ τὸν ἠθικὸ βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καὶ σῶσε με.

***

«Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον, τότε ὁ μαθητὴς συνεφώνει τοῖς παρανόμοις• ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον, ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον• αὕτη τὸν Δεσπότην ἐπεγίνωσκεν, οὗτος τοῦ Δεσπότου ἐχωρίζετο• αὕτη ἠλευθεροῦτο, καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ. Δεινὸν ἡ ρᾳθυμία! μεγάλη ἡ μετάνοια! ἥν μοι δώρησαι, Σωτήρ, ὁ παθὼν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ σῶσον ἡμᾶς».

Ὅταν ἡ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα πρόσφερε τὸ μύρο, τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ μαθητὴς (ὁ προδότης) συμφωνοῦσε τὴν προδοσία μὲ τοὺς παρανόμους• ἐκείνη μὲν ἔχαιρε, ἀδειάζοντας τὸ πολύτιμο (μύρο), αὐτὸς δὲ βιαζόταν νὰ πουλήσει ἐκεῖνον, ποὺ δὲν ἔχει τιμή• αὐτὴ ἀναγνώριζε τὴ θεότητα τοῦ Δεσπότη, αὐτὸς δὲ ἀποχωριζόταν ἀπ' αὐτόν• αὐτὴ ἐλευθερωνόταν (ἀπὸ τὸ δεσμὸ τῆς ἁμαρτίας) καὶ ὁ Ἰούδας γινόταν δοῦλος τοῦ ἐχθροῦ. Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ ἀμέλεια! Μεγάλη ἡ ἀξία τῆς μετάνοιας! Τὴν ὁποία χάρισέ μου, Σωτῆρα, ἐσὺ ποὺ πέθανες γιά μᾶς, καὶ σῶσε μας.

***

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὓδωρ• κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις• ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινὸν κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φὸβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τὶς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδης, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Κύριε, ἡ γυναῖκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες, ἀφοῦ συναισθάνθηκε τὴ Θεότητά σου, ἀναλαμβάνει τάξη (ἔργο) μυροφόρου καί, κλαίοντας, σοῦ προσφέρει μύρα πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ σου. Ἀλίμονο σὲ μένα, λέγουσα, ὅτι ζῶ σὲ μιὰ νύχτα ζοφερὴ καὶ ἀσέληνη, ὅτι μὲ τρυπᾶ τὸ κεντρὶ τῆς ἀκολασίας, μὲ πνίγει ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας. Δέξε, Κύριε, τὶς πηγὲς τῶν δακρύων μου, ἐσὺ ποὺ ἀνυψώνεις σὲ νεφέλες τὸ θαλάσσιο ὕδωρ. Λύγισε πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς μου, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴν ἄφατή σου κένωση (ταπείνωση), ἔκανες ν' ἀνοίξουν οἱ οὐρανοὶ (γιὰ νὰ κατέβεις στὴ γῆ). Θὰ γεμίσω τὰ ἄχραντα πόδια σου μὲ φιλιά, κατόπιν θὰ τὰ σκουπίσω μὲ τὶς κυματοειδεῖς τρίχες τῆς κεφαλῆς μου (τὰ πόδια σου). Τὸν κρότο τῶν ὁποίων ἡ Εὔα, ἀφοῦ ἄκουσε τὸ δειλινὸ στὸν παράδεισο, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε. Τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ τὶς ἀβύσσους τῶν κρίσεών σου, ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτῆρα μου; Μή με τὴ δούλη σου παραβλέψεις, ἐσὺ ποὺ ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος.